αναλυτική χημεία — Εφαρμοσμένος κλάδος της χημείας που ερευνά τις μεθόδους ανίχνευσης των συστατικών μιας ουσίας και προσδιορισμού της ποσότητάς της σε αυτή. Χωρίζεται σε δύο βασικές κατευθύνσεις: α) την ποιοτική ανάλυση, που έχει αντικείμενό της τις μεθόδους για… … Dictionary of Greek
περιλαίμιο — το, Ν 1. καθετί που περιβάλλει τον λαιμό και ειδικότερα το μέρος ενδύματος το οποίο είναι είτε συνερραμένο με αυτό είτε πρόσθετο, κολάρο («περιλαίμιο στρατιωτικής στολής») 2. δερμάτινη ή μεταλλική λωρίδα που τοποθετείται γύρω από τον λαιμό… … Dictionary of Greek
πυρηνικός — ή, ό, Ν [πυρήνας] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον πυρήνα τού ατόμου 2. φρ. α) «πυρηνικά καύσιμα» (πυρην.) υλικά καταλλήλως διαμορφωμένα, με τα οποία τροφοδοτούνται οι πυρηνικοί αντιδραστήρες για την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας και τών… … Dictionary of Greek
ραδιοτεχνία — η, Ν (ραδιοτ.) εφαρμοσμένος κλάδος τής ραδιοηλεκτροτεχνίας, ο οποίος ασχολείται με τις εφαρμογές τών εναλλασσόμενων ρευμάτων υψηλής συχνότητας, καθώς και με τα μέσα παραγωγής τους, με τους τρόπους χρησιμοποίησης και με τις ιδιομορφίες που… … Dictionary of Greek
σχοινοσιδηρόδρομος — Λέγεται και σχοινόδρομος. Σύστημα εναέριου σιδηρόδρομου για τη μεταφορά ατόμων. Η σιδηροτροχιά του σ. αποτελείται από δύο ατσάλινα σύρματα, ένα για την άνοδο κι ένα για την κάθοδο. Τα οχήματα είναι καμπίνες κατασκευασμένες από ξύλο ή από μέταλλο… … Dictionary of Greek
εφαρμόζομαι — εφαρμόζομαι, εφαρμόστηκα, εφαρμοσμένος βλ. πίν. 36 … Τα ρήματα της νέας ελληνικής
εφαρμόζω — εφάρμοσα, εφαρμόστηκα, εφαρμοσμένος 1. μτβ., συναρμόζω, ταιριάζω κάτι: Εφαρμόζω το κάλυμμα στο δοχείο. 2. μτφ., πραγματοποιώ, θέτω σε εφαρμογή. 3. αμτβ., εφαρμόζομαι, ταιριάζω, πηγαίνω καλά: Το εξάρτημα δεν εφαρμόζει στο μηχάνημα … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)